Ο Καραβάτζο, πνεύμα «πιο ταραγμένο κι από τη θάλασσα της Μεσσήνης με τα μανιασμένα ρεύματα, που πότε σηκώνεται ψηλά και πότε πέφτει», μπήκε στο ναό της Μαντόνα ντελ Πιλέρο. Του πρόσφεραν αγιασμένο νερό για να αποπλύνει τις μικροαμαρτίες του, οπότε εκείνος αποκρίθηκε: «Τι να το κάνω; Αφού όλες μου οι αμαρτίες είναι θανάσιμες».

από το βιβλίο της Έλεν  Λάνγκτον  «ΚΑΡΑΒΑΤΖΟ»

Ο άπιστος Θωμάς

Μπορεί η ζωή του να ήταν σύντομη , δεν ήταν όμως αδιάφορη και ανιαρή. Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο ευρύτερα γνωστός ως Καραβάτζιο, έφυγε από τη ζωή στις 18 Ιουλίου του 1610 σε ηλικία μόλις 38 ετών. Ο μεγαλοφυής Καραβάτζιο στη διάρκεια της σύντομης ζωής του κατάφερε να σφραγίσει την εποχή του Μπαρόκ και να αφήσει το προσωπικό του στίγμα στην τέχνη.

Γράφει η Ειρήνη Πιτσόλη

Ο  Καραβάτζιο αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της τέχνης. Είναι ο μεγάλος καλλιτέχνης που  κατάφερε να επηρεάσει όσοι λίγοι την τέχνη του καιρού του και την μεταγενέστερη φυσικά. Όπως συμβαίνει με όλες τις «καταραμένες ιδιοφυΐες» κατάφερε να τον θαυμάσουν, να τον μιμηθούν, να τον αποθεώσουν  μα και να τον μισήσουν και να τον καταδιώξουν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του, μετά τις μεγάλες δόξες, τα πέρασε φυγάς, μετά ένα φόνο που διέπραξε. Φύση θυελλώδης και ριζοσπαστική  κινήθηκε ανάμεσα σε έναν ιδιότυπο νατουραλισμό, και τη θρησκευτική ζωγραφική και εξέφρασε την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης με τη μεγαλύτερη ίσως δύναμη και αυθεντικότητα από οποιονδήποτε σύγχρονό του.

Νάρκισσος

Οι αριστουργηματικοί του πίνακες μα και ο ιδιόρρυθμος και αυτοκαταστροφικός του χαρακτήρας, συνθέτουν ένα κολάζ όχι εύκολα αναγνώσιμο.

Ο ίδιος είχε δηλώσει για τη ζωγραφική του:

«Χρειάζομαι έντονη προσπάθεια για να ζωγραφίσω έναν καλό πίνακα, ανεξαρτήτου θέματος..»

 

Χρησιμοποίησε στα έργα του το σκοτάδι για να φορτίσει τα φωτισμένα πρόσωπα των μοντέλων του, που παρόλο που προέρχονταν από τη λαϊκή καθημερινότητα της περιόδου απέπνεαν μια έντονη αίσθηση θεατρικότητας και μυστηρίου. Το ίδιο σκοτεινός και μυστήριος ήταν και ο δημιουργός τους.

Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών, τις οποίες όμως αναπαριστούσε με έναν εντελώς ξεχωριστό, δικό του τρόπο.
Χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους και ένας από τους τελευταίους κλασσικούς ζωγράφους.

“Κλήση του Αγίου Ματθαίου”

Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα των έργων του , ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζιο, σφράγισε την μπαρόκ σχολή της ζωγραφικής,

Στα πρώιμα έργα του Καραβάτζιο κυριαρχεί η καθαρότητα των περιγραμμάτων και η σχεδιαστική ακρίβεια. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η γλυπτικότητα των αντικειμένων και των σωμάτων μέσα σε μια ατμόσφαιρα ερωτικής φόρτισης. Στα ώριμα έργα του προστίθεται ένα ουδέτερο σκοτεινό φόντο. Ο Καραβάτζιο ρίχνει πάνω σε σημεία των μορφών ένα φως πλάγιο, σχεδόν νυχτερινό που καταργεί το φως της μέρας αναδεικνύοντας την φορτισμένη ενέργεια στο εσωτερικό.

Ο Καραβάτζιο θεωρήθηκε νατουραλιστής, όμως ο νατουραλισμός του ήταν ασυνήθιστος. Κατήργησε εντελώς τις ρητορικές αντιθέσεις και τις υφολογικές εκλεπτύνσεις των μανιεριστών του 16ου αιώνα. Με τον Καραβάτζιο «καταργείται» ουσιαστικά ο ιδεαλισμός της Αναγέννησης.

Έγινε διάσημος το 1601 όταν ολοκλήρωσε το έργο του “Κλήση του Αγίου Ματθαίου” που κοσμούσε την γαλλική εκκλησία San Luigi dei Francesi. Ο πίνακας θεωρήθηκε ριζοσπαστικός, καθώς απεικόνιζε τις χριστιανικές μορφές σαν απλούς ανθρώπους σε μια ταβέρνα της Ρώμης, ενώ οι περισσότεροι ζωγράφοι της εποχής παρουσίαζαν τους Αγίους ως εξωπραγματικά, θεϊκά όντα. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Καραβάτζιο αναγνωρίστηκε ως ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους ζωγράφους της εποχής του.

Ο Καραβάτζιο μετά τις σπουδές του στο Μιλάνο εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, σε ηλικία 21 ετών το 1592. Την εποχή αυτή μεσουρανούσε στο καλλιτεχνικό στερέωμα ο Μιχαήλ Άγγελος και στον πνευματικό χώρο δέσποζε η Σύνοδος του Τριδέντου με την οποία εγκαινιάζεται ο καλλιτεχνικός οργασμός της περιόδου της Αντιμεταρρύθμισης.

Η σαν παραμύθι ζωή του, ήταν γεμάτη περιπέτειες. Οξύθυμος και παρορμητικός, έμπλεκε σε καβγάδες για ασήμαντους λόγους και το όνομά του εμφανιζόταν συνέχεια στα έγγραφα των αρχών ως ταραχοποιό στοιχείο. Περνούσε τις ημέρες του σε ταβέρνες και τα βράδια με πόρνες. Ξυλοκόπησε ένα σερβιτόρο επειδή του έφερε αγκινάρες με βούτυρο, ενώ είχε ζητήσει ελαιόλαδο και βανδάλισε το σπίτι μιας πόρνης επειδή αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει. Αρνούνταν να συνεργαστεί με τα όργανα της τάξης και να αποκαλύψει τα ονόματα ακόμα και των αντιπάλων του. Σύμφωνα με την αναφορά ενός δικηγόρου, ο Καραβάτζιο μετά από ένα ένοπλο καυγά, υποστήριζε ότι έπεσε πάνω στο σπαθί του και τραυματίστηκε μόνος του. Επέμεινε, ότι δεν υπήρχε κανείς μάρτυρας και δεν θα έδινε κανένα άλλο στοιχείο.

Είχε πάντα μαζί του σπαθί, αν και μόνο οι ευγενείς επιτρεπόταν να οπλοφορούν. Το 1603 φυλακίστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, επειδή έγραψε ένα ποίημα που έβριζε τον ζωγράφο Τζοβάνι Μπαλιέρι. Σώθηκε επειδή είχε θαυμαστές σε υψηλά αξιώματα. Ένας Γάλλος διπλωμάτης πλήρωσε για να τον αφήσουν ελεύθερο. Ο Μπαλιέρι τελικά πήρε την εκδίκησή του, όταν έγραψε τη βιογραφία του Καραβάτζιο μετά τον θάνατό του, όπου παρουσίαζε μόνο τα αρνητικά του στοιχεία.

Τον Μάιο του 1606, ο Καραβάτζιο έφτασε στην ανθρωποκτονία. Θύμα του ήταν ένας άντρας ονόματι Ρανούτσο Τομασόνι και ο λόγος ήταν μία διαφωνία για έναν αγώνα τένις. Αυτή ήταν η εκδοχή που παρουσίασε ο Μπαλιέρι στη βιογραφία του, αλλά σύγχρονοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι πίσω από τη διαμάχη κρυβόταν μία γυναίκα, η ιερόδουλη Φιλίντε Μελαντρόνι που ήταν ερωμένη και των δύο.

Το τένις στάθηκε ως αφορμή για να καλέσει ο Καραβάτζιο τον Τομασόνι σε μονομαχία. Για να αποφύγει τη φυλακή, ο Καταβάτζο διέφυγε στη Νάπολη, όπου τον υποδέχτηκαν με τιμές. Εννιά μήνες αργότερα, ταξίδεψε στη Μάλτα, όπου τον φιλοξένησαν οι Ιωαννίτες Ιππότες. Το 1608 πήρε κι αυτός τον όρκο των Ιπποτών, ύστερα από πρόταση του Μέγα Μάγιστρου, Αλόφ ντε Βινιακόρτ, ο οποίος θαύμαζε τον Καραβάτζιο και του είχε αναθέσει να ζωγραφίσει το πορτραίτο του. Στη Μάλτα βρίσκεται και άλλο ένα έργο του, “Ο Αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή”, ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του.

O Καραβάτζιο πέθανε το 1610, άρρωστος και κυνηγημένος στο Πόρτο ‘Ερκολε, στο δρόμο προς τη Ρώμη, όπου ανέμενε ότι θα του δοθεί συγχώρεση από τον Πάπα. Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Σχόλια

Σχόλια